Θυμάμαι μικρός, όταν ανεβαίναμε για διακοπές στο Βόλο, με το που ανοίγαμε την πόρτα του σπιτιού και αφήναμε τις βαλίτσες, εντός 10 λεπτών χτυπούσε το τηλέφωνο. Ήταν ο γείτονας και παλιός φίλος του πατέρα μου. Βαρύς τύπος, με μια φωνή πιο μπάσα κι απ’ τον Barry White, σιδηροδρομικός (και συνδικαλιστής, αλλά με τους άλλους, όχι τους κοκουέδες), αλλά με καρδιά μάλαμα. Ο οποίος έμενε ένα τσιγάρο δρόμο από το σπίτι μας, αλλά καταλάβαινε με τη μία πότε είχαμε έρθει.
«Έλα, καλωσήρθατε. Λοιπόν, το βράδυ περάστε από το σπίτι. Έχω κολοκυθάκια απ’ τον κήπο, αυγουλάκια, η Σούλα θα φτιάξει και κανά μπιφτέκι, έχω και 10 μπουκάλια κρασί, θα πάρω κι άλλα 10, λες να μας φτάσουν;»
Και πόσοι ήμαστε; Όλοι κι όλοι 10 άτομα, 7 μεγάλοι, 3 πιτσιρίκια. Και μαζευόμαστε στη «Βίλλα Δη Μουν» (έτσι φωνάζαμε το σπίτι, γιατί έβλεπες ωραία την πανσέληνο από κει) και πλακωνόμαστε στα μεζεκλίκια, και πίναμε το κρασί που τις περισσότερες φορές ήταν ένα βήμα πριν το ξύδι, και πιάναν οι μεγάλοι τις κομματικές συζητήσεις, και ανάβανε τα αίματα και μας άκουγε όλη η γειτονιά, και μπαίναν οι μανάδες στη μέση «έλα παιδιά, αρκετά, αύριο στην παραλία τα υπόλοιπα» και φεύγαμε με μια γεύση ολοκλήρωσης στο στόμα κι ένα κεφάλι πολύ πιο ελαφρύ.
Θυμάμαι κάτι τρελές κρασοκατανύξεις στο κουτούκι στο Χολαργό, με φίλους, φίλες, γκόμενες, πρώην και νυν, να μαλώνουμε, να τα ξαναβρίσκουμε, να τραγουδάμε και να μας κερνάνε αβέρτα και πάντα να φεύγουμε με χαμόγελο και την υπόσχεση να ξαναρθούμε.
Θυμάμαι κυριακάτικα τραπέζια στο πατρικό μου, με τον πατέρα μου να ψάχνει στην οικιακή κάβα να βρει το σωστό κρασί για το φαγητό, εγώ να του εξηγώ γιατί πρέπει να ανοίγεις το μπουκάλι λίγα λεπτά πριν κάτσεις στο τραπέζι, ή πώς αλλάζει η γεύση και το σώμα του κρασιού αν το αδειάσεις σε κανάτα.
Θυμάμαι τον θείο μου να έρχεται από τη Σπάρτη με το καινούργιο κόκκινο και να μου κάνει μαθήματα γευσιγνωσίας (η βασική του ατάκα ήταν «το καταλαβαίνεις το τριαντάφυλλο»;) και μονίμως να γκρινιάζει στη μάνα μου που δεν είχαμε τα κατάλληλα ποτήρια (σχήμα τουλίπας) για το κρασί.
Θα μου πεις «καλά ρε, όλοι έχουμε κρασο-αναμνήσεις, τι μας λες τώρα».
Βασικά, όλα αυτά τα γράφω ως εισαγωγή για το εξής:
Ο Μπαμπάκης, αυτός ο ταλαντούχος blogger με το γεμάτο ευαισθησίες blog του ("δε λες καλύτερα αυτό το λαμόγιο που προσπαθεί να βγάλει γκόμενα απ’ το love blog που΄χει φτιάξει, άσε με ρε, μα δε βλέπεις τι γίνεται, 9 στους 10 σχολιαστές είναι γυναίκες, αχ μωρέ τι ωραία που γράφει, τι γλυκός που είναι και τέτοια"), αποφάσισε να εκθέσει τις γνώσεις του περί οίνου και σχετικών σε ένα αποκλειστικά αφιερωμένο ιστολόγιο: http://oinomageiremata.wordpress.com
Τα καλύτερα, τα χειρότερα και οι μετριότητες, οι βέλτιστοι συνδυασμοί βρώσης και πόσης, ιστορίες κρασοκατανύξεων και μπρούσκας αντρίκιας φιλίας ή τρυφερά τετ-α-τετ βοηθούντος ενός ευγενούς ροζέ, όλα θα τα βρεις εδώ. Ευελπιστώ μάλιστα σε ιδιαίτερη συνεργασία με γαστρονόμο- blogger (nudge nudge, wink wink).
Στην υγειά σου , daddy-o, τα καλύτερα μπουκάλια δεν τα'πιαμε ακόμα!
Σχόλια
Όσο για την εισαγωγή, μου θυμίζει - για να μην πω είναι remake - της αντίστοιχης σκηνής της ταινίας Pepermint...
Εκεί που τσακώνεται ο Παλαντζίδης με το Μυλωνά μετά το φαγητό...
Αναμνήσεις...
Ή, όπως λέει κι ο πατριώτης σου Λαυρ. Μαχ.
"Και νοσταλγώ, και νοσταλγώ, πως να στο πω, τα γλυκά μας "σ' αγαπώ"...
Και ψιτ! Ξέχασες να σβήσεις την προβοκατόρικη παρένθεση στη φάση του editing - χαχαχαχαχα! ;^)
@mpampakis: Να'σαι πάντα καλά!
Αλλά όχι και προβοκάτσια η αλήθεια!
Καταπληκτική ταινία, το ρέκβιεμ μιας εποχής που χάθηκε...