Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τώρα, όσο είναι ακόμα ζεστά....

Παρασκευή 23/6.

Το μεγάλο μπούγιο από φίλους και συγγενείς αρχίζει να έρχεται. Από το πρωί ήδη έχει έρθει ο διακοσμητής για την εκκλησία και το μαγαζί στην Απολλωνία. Μαζί και ο φωτογράφος με το τημ του.
Βοηθάω τον διακοσμητή να ξεφορτώσει τα λαμπόγυαλα και τα πανιά στο μαγαζί. Μέσα στην Κυκλαδίτικη ζέστη. Η ταλαιπωρημένη γυναίκα του θέλει νερό. Την κοιτάω με κατανόηση. Μέχρι να φύγει από το Νησί θα συνηθίσει.
Η Μ. προσπαθεί να βρει το θείο της που έχει τα κλειδιά για να ανοίξουμε την εκκλησία και το δίπλα γραφείο, να βάλουμε τα λουλούδια. Νομίζω πως την ώρα που κουβαλάμε όλα τα paraphernalia στα σκαλιά του Άη- Σπυρή είναι που αποφασίζω ότι δεν με νοιάζει που ιδρώνω και ξεϊδρώνω,
Στο καπάκι, κατεβαίνουμε στο γραφείο του πεθερού για μια τελευταία επέμβαση στη λίστα των τραπεζιών. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μέχρι και το τελευταίο λεπτό, η λίστα θα συμπεριφέρεται σαν ζωντανός οργανισμός. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε.
Ελαφρύ φαγητό στο σπίτι της Μ. και βουρ για Πλατύ Γιαλό (με μια στάση στο Αποκοφτό να βάλουμε ένα μαγιό), όπου μας περιμένει η πρώτη φουρνιά φίλων. Και είναι όλοι εκεί. Ο nikosx και η Ελένη, ο Νίκος και η Ειρήνη, ο Combay Primo (Λιάκος) και η Ευγενία, ο Θοδωρής και η Κατερίνα, η Λία και ο Ξενοφώντας, ο Σπύρος και η Στέλλα, ο Χρήστος... καθόμαστε και τους κάνουμε παρέα στο φαγητό. Έρχονται και η Αγγελική, η Ελένη και ο Παναγιώτης. Φοβερό αίσθημα, να βλέπεις όλους τους φίλους σου μαζεμένους, λες και έχεις πάει πενθήμερη.
Το απόγευμα ξανακατεβαίνω Καμάρες να παραλάβω συγγενείς και τον Combay Segundo (Αλέ + Ειρήνη). Τρελαμένος και κατευτυχισμένος που είναι εδώ. Τους πάω στο Patriarca και αράζουμε στη βεράντα για καφέ. Η Νίκη στη reception τρέχει ασταμάτητα να μας εξυπηρετήσει. Η κοπέλα αξίζει πολλά περισσότερα απ’ ότι την πληρώνουνε.
Ντουζάκι στα γρήγορα, ντύσιμο και πάμε για δείπνο. Για κουμπάρους και συγγενείς. Στην Οδό Ονείρων, κυριλέ εστιατόριο στο στενό της Απολλωνίας. Μεγαλεία. Η Μ. υπέροχη στο κρεμ φόρεμά της, με την κόκκινη κορδέλα να δίνει παιχνιδιάρικο τόνο (από εδώ και πέρα αρχίζω να ακούγομαι σαν την Ελένη Μπίστικα). Στο τέλος, κέρασμα σαμπάνια από το μαγαζί.
Από εκεί στο Μπότζι. Δεν θα γινόταν κι αλλιώς, είναι το μαγαζί που το’ χει «χτίσει» η Μ. και η παρέα της. Και πάλι είναι όλοι εκεί. Η παρέα του Πλατύ Γιαλού, η Αλίκη με το Χρήστο, ο Δημήτρης με τη γυναίκα του και την κόρη του, ο Σπύρος και η Παναγιώτα, ο 2π και η Φραντζέσκα, ο Βασίλης και η Γεωργία, η Χριστίνα, ο Κωνσταντίνος και η Βίκη από τη δουλειά μετά της απαραίτητης συνοδείας, η θεότρελη Θεατρική Ομάδα του Χολαργού, ο Μάνος, ο Βαγγέλης, η Γιώτα, η Χρύσα με το Μάνο της, τα ξαδέρφια μου, ξαδέρφια και γείτονες της Μ., η Κούλα που παράτησε τον άντρα της (ξάδερφο της Μ.) να τραβιέται με τη δουλειά, πήρε την κόρη της και ήρθε στο νησί, κι άλλοι, κι άλλοι....
Το κέφι πολύ, το αλκοόλ πολύ, τα χαμόγελα παντού, την κούρασή μου την έχει πάρει ο ελαφρύς άνεμος που φυσάει... Στο τέλος η Μ. αποχωρεί (θα την ξαναδώ λίγο πριν την εκκλησία) και μένουμε τα παιδιά από το Χολαργό. Και γίνονται τα απίστευτα. Τι γδύσιμο του γαμπρού, τι χορός με σχεδόν όλες τις γυναίκες της ομάδας, τί να με πηγαίνουν στο Patriarca σηκωτό στις 4 το πρωί, τι να μου τραγουδάνε στο δρόμο..... θα’ θελα να’ μαι από τη μεριά τους, μόνο και μόνο για να δω πώς είναι....

Σάββατο 24/6.

Μετά από 4 ώρες ύπνου, σηκώνομαι ευδιάθετος και ορεξάτος στις 8. Η καμπάνα του Άη- Σπυρή δεν αφήνει όσους κοιμούνται ελαφρά να χουζουρέψουν.
Ντους, περιποίηση προσώπου (face scrub & face protection, κομπλέ από το Body Shop, τί νόμιζες, έτσι θα μ’ άφηνα;) και άραγμα δίπλα στην πισίνα. Στο καπάκι γερό πρωινό (μαρμελάδες, βάφλες, κέικ καφέδες κλπ.) και πάω να δω τί κάνει ο διακοσμητής απέναντι.
Εκεί αρχίζουν τα πρώτα παρατράγουδα: «Antonis, κοίτα να δεις τί θα κάνεις, ο μαγαζάτορας θέλει να βάλει κόκκινα τραπεζομάντιλα, έτσι και βάλουμε τυρκουάζ γάζα από πάνω θα είναι μία αηδία». Φεύγω για το μαγαζί. Εν τω μεταξύ, έρχεται και ο Στέφανος, ο DJ. Την ώρα που στήνει τα μηχανήματα, προσπαθώ να βρω τον μαγαζάτορα και τον βιολιστή, να δω αν όλα είναι εντάξει. Τελικά, ο μαγαζάτορας με διαβεβαιώνει ότι και τα τραπέζια θα φτάσουν, και τα τραπεζομάντιλα θα είναι λευκά. Πάλι καλά.
Μέχρι να αριθμήσω τα τραπέζια και να φτιάξω όπως – όπως τις παρέες, έχει πάει 2. Φεύγω για το Patriarca, να πιω ένα χυμό και να ηρεμήσω. Βέβαια, με τέτοια ένταση, αδύνατον να κοιμηθώ. Ακούω και τον διακοσμητή απ’ έξω να κατεβάζει χριστοπαναγίες έξω από την εκκλησία, πλάκα έχει.
Κατά τις 16:00 ανεβαίνουμε με τον διακοσμητή στο σπίτι του Κόμη (όνομα είναι), απ’ όπου θα φύγω γαμπρός, σύμφωνα με την παράδοση. Εκεί (επιτέλους) κάνω μπάνιο και ξυρίζομαι (μόνος μου). Το πρόβλημα είναι ότι πέραν του μαγιό που φορούσα όλη μέρα και του γαμπριάτικου, δεν έχω κάτι άλλο να φορέσω. Οπότε, αμάσητος, περνάω μια πετσέτα στη μέση, και πάω στην κουζίνα να φάω λίγο ψωμί- τυρί- ντομάτα. Όπου στην κουζίνα είναι μία παπαδιά από τη Μήλο, συγγενής του Κόμη, που μόλις έχει έρθει. «Τώρα είναι λίγο αργά για ντροπές», σκέφτομαι, χαιρετάω και συνεχίζω να τρώω σκυφτός πάνω από τον νεροχύτη.
Σε λίγο έρχεται και η μάνα μου από τη Μ. «Χάλια η νύφη, δεν βλέπεται», μου λέει ειρωνικά. Πάνω που ντύνομαι, καταφθάνει και ο πρώτος φίλος, ο Θοδωρής. Τον αφήνω να μου περάσει τη ζώνη και να μου ξυρίσει κάποια σημεία που μου διέφυγαν. Σε λίγο έρχονται και οι υπόλοιποι φίλοι και συγγενείς. Το δροσερό αεράκι με προτρέπει να βγω στη βεράντα, με την Απολλωνία πιάτο. Στα ενδότερα, ο ξάδερφός μου ο Γιάννης βλέπει μπάλα, έτσι για το χαβαλέ, να σπάσει λίγο την ένταση.
Πάνω που δύει ο ήλιος, ακούμε τις πρώτες μπαλωθιές από πέρα. Στο καπάκι, μήνυμα από τον Νίκο και το Μάνο: «ξεκινήσαμε από το ξενοδοχείο με τους κουμπάρους». Ετοιμάζομαι. Φοράω το σακάκι, βάζω το λουλούδι στην μπουτονιέρα, παίρνω την ανθοδέσμη στα χέρια και στέκομαι στο κεφαλόσκαλο.
Με το που βλέπω την πομπή να έρχεται (πρώτα το τακίμι – βιολί & λαούτο- μετά οι κουμπάροι με τα στέφανα και από πίσω όλος ο υπόλοιπος κόσμος) κάτι με πιάνει. Όταν μάλιστα τα όργανα έρχονται στη βεράντα και οι ντόπιοι αρχίζουν τα «ποιητικά» τους, με το ζόρι κρατιέμαι να μην κλάψω. Ο Γιάννης ο Παπαγγελέτος φροντίζει να ξορκιστεί το κακό με τις μπαλωθιές. Φεύγουμε όλοι να πάρουμε τη νύφη. Ο Βασίλης, ο Σπύρος και ο Χρήστος κουβαλάνε τους δίσκους με τα παστέλια που θα πάνε στο σπίτι της νύφης. Στο δρόμο, οι φωτογραφίες δεν σταματάνε. Άλλοι τρέχουν, άλλοι αργούν. Φτάνοντας στο σπίτι των πεθερικών, ο κόσμος πυκνώνει.
Στην πόρτα του σπιτιού βλέπω τη Μ. Υπέροχη. Πανέμορφη. Με ένα θεϊκό νυφικό. Με μαλλί και μέικ – απ στην πένα. Με τον παππού της να έχει βαλαντώσει στο κλάμα από πίσω. Με τον πεθερό και την πεθερά να καμαρώνουνε. Χαλάλι το τρέξιμο και τα νεύρα 6 μηνών για αυτή και μόνο τη στιγμή.
Πάμε για την εκκλησία. Μπροστά το τακίμι, οι κουμπάροι με τα στέφανα, εγώ με τους γονείς μου και η Μ. με τους δικούς της. Στο κεφαλόσκαλο της εκκλησίας της δίνω την ανθοδέσμη. «Έτοιμη;» «Έτοιμη». Και μπαίνουμε μέσα.
Η ζέστη πολλή μέσα στην εκκλησία. Κοιτάω στο γυναικωνίτη, από πάνω. Γεμάτος. Ο παππούς της Μ. μπερδεύει τα λόγια του, καθώς αλλάζει βέρες και στέφανα. Την Αγία Τριάδα την κάνει Δυάδα. Οι κουμπάροι εκτελούν το καθήκον τους λες και το’ χουν κάνει 852 φορές. «Ποτήριον Σωτήριον». Έρχεται ο παπα-Γιώργης με το κρασί. Μου δίνει τρεις μεγάλες γουλιές. «Καλό», του λέω μισοπνιγμένος. «Μόνο καλά έχουμε εδώ γαμπρέ», μου απαντάει με την τραγουδιστή προφορά του νησιού. Το υπόλοιπο κρασί το τσακίζει η Μ. «Μωρέ, όλο το ήπιανε αυτοί», ακούγεται ο παπα-Νικόλας. Συνήθως τα ζευγάρια αφήνουν λίγο στο ποτήρι.
«Ησαΐα Χόρευε» και 17 (στα σακουλάκια που είχαμε πάρει) και βάλε (χύμα) κιλά ρύζι εκτοξεύονται από παντού. Προσέχω μην μπει στ’ αυτί μου. Ιδέα μου ήταν ή όντως ήταν πάρα πολύ;
Πέφτουν οι υπογραφές στο γαμόχαρτο και βγαίνουμε έξω για την χαιρετούρα. Ο κόσμος κυριολεκτικά μας κολλάει στον τοίχο. Ευχές, χέρια και φακελάκια από παντού. Από τη βεράντα του Patriarca απέναντι, ακούγονται συνθήματα. Η Θεατρική Ομάδα του Χολαργού έχει ετοιμάσει και ποιητικό:

Μαρία και Αντώνη μας, Αντώνη και Μαρία,
μ’ όποια σειρά κι αν θέλετε, ευχόμαστε ευτυχία.

Χαρά στο σπίτι να'χετε και περισσή υγεία
μ' αγάπη και με όνειρα, σαν μουσική αρμονία

Παιδιά πολλά να κάνετε, αγόρια και κορίτσια
γέλια πολλά στο σπίτι σας, με νάζια και καπρίτσια

Κι όταν τα γεράματα χτυπήσουνε την πόρτα,
μ' αγάπη να θυμόσαστε τα μέλια σας τα πρώτα.

Ο πεθερός βιάζεται να φύγουμε για το μαγαζί, αλλά προηγούνται οι φωτογραφίες. Βγάζουμε και κάποιες στο ξενοδοχείο. Μετά, πάμε λίγο από το σπίτι για απο-ρύζωση και από κει, αρκετά καθυστερημένοι, στο μαγαζί, μαζί με το τακίμι.
Φτάνοντας στο μαγαζί, ο κόσμος μας χαιρετά. Περιμένοντας να έρθει το φαγητό, ο DJ παίζει κάτι ελαφρύ. Βάζει και Χατζιδάκι «Πες μου μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη». Αν και δεν είχαμε αποφασίσει για πρώτο τραγούδι, τραβάω τη Μ. στην πίστα και το χορεύουμε, για μας και μόνο.
Τα παρατράγουδα όμως συνεχίζονται. Το φαγητό δεν σερβίρεται αρκετά γρήγορα και οι πρώτοι ηλικιωμένοι συγγενείς και οικογένειες με μικρά παιδιά αρχίζουν και φεύγουν. Οι παρέες στα τραπέζια είναι ανακατεμένες. Το τακίμι δεν έχει τα απαραίτητα καλώδια να βγει από τα ηχεία. Ο DJ με πιέζει «τί να κάνω;», ο πεθερός να ρωτάει «άντε, θ’ αρχίσουμε;». Φρικάρω. Δεν μπορώ να είμαι και γαμπρός και συντονιστής. Ευτυχώς που υπάρχει ο Μάνος, ο Νίκος κι ο Μιχάλης που με φέρνουν στα συγκαλά μου «ρε μαλάκα, ο γάμος σου είναι, κοίτα να περάσεις καλά εσύ κι η Μαρία, χέσ’ τους άλλους». Να’ ναι καλά.
Τελικά, το τακίμι παίζει τα τοπικά για κανά δίωρο και οι ντόπιοι ικανοποιούνται με το παραπάνω. Στο καπάκι ξαναπιάνει ο DJ τα ναξιώτικα. Ευκαιρία και για το σόι μου να σηκωθεί. Μετά χασαποσέρβικο και από κει και πέρα πιο σύγχρονα ακούσματα. Η σειρά μου. Στο «Λιωμένο Παγωτό», νομίζω ότι θα σκίσω τις φωνητικές μου χορδές και θα πάθω κατάγματα από τα moshpit που κάνω με τους κολλητούς. Έρχομαι στα ίσα μου. Το χρειαζόμουν αυτό.
Το γλέντι κρατάει μέχρι τις 05:30. Όσοι έχουμε μείνει όρθιοι έχουμε γίνει ένα. Ο Παντελής (βιολί) μιλάει με τη Μαριάννα από το Χολαργό. Ο Μάνος φανερά συγκινημένος. Εγώ πια «καθαρμένος» από την κούραση και την ευτυχία, με τη χαρά να με γεμίζει, και μια τεράστια φουσκάλα στο αριστερό πόδι.Αποφασίζουμε να φύγουμε πάνω που ο DJ βάζει το «μη με ξυπνάς απ’ τις 6». Δεν μπορώ πια να σταθώ όρθιος, περπατάω σαν γάμα κεφαλαίο. Η Μ. έχει από ώρα αλλάξει τα ψηλοτάκουνα με ένα ζευγάρι παρδαλά Camper. Φεύγουμε για Αποκοφτό, να κοιμηθούμε στο σπίτι εκεί, γιατί σε 6 ώρες έχουμε τη συνέχεια...

Κυριακή 25/6.

Δεν προλαβαίνουμε να ξυπνήσουμε (κατά τις 12:30 το μεσημέρι) και έρχονται τραγουδώντας οι γονείς μου με τους θείους μου από το Βόλο, τα ξαδέρφια μου και μια οικογένεια από τη Σπάρτη, τους μόνους εκπρόσωπους του σογιού της μάνας μου. Τους κερνάμε παστελάκι και νερό και μετά όλοι πάμε στο μαγαζί του Λεμπέση, πάνω στην παραλία του Αποκοφτού. Εκεί είναι μαζεμένοι όλοι σχεδόν οι καλεσμένοι από Αθήνα, καθώς και στενοί συγγενείς, σε ένα μετα- γαμήλιο τραπέζι, που έχει εξελιχθεί σε πολύ χύμα κατάσταση. Άλλοι πίνουν φραπέδες, άλλοι την έχουν πέσει στο ούζο και τους μεζέδες. Βουτάω κι εγώ ένα ουζοπότηρο και αρχίζω τα «γεια μας».
Το σέρβις είναι απίστευτα γρήγορο. Πριν προλάβεις να παραγγείλεις, στα έχουν φέρει. Η πλάκα είναι ότι μοιραζόμαστε το μαγαζί με κάτι βαφτίσια της κόρης γνωστού μοντέλου. Ως καλοί οικοδεσπότες, πάμε και τους χαιρετάμε, «να σας ζήσει η μικρή», «να ζήσετε και σεις παιδιά», ανταλλάσσουμε και μπουπουνιέρες, βγαίνουν και οι απαραίτητες φωτογραφίες (το Αλέ, μόλις μαθαίνει ποια είναι στο άλλο μισό του μαγαζιού, τρέχει να βγάλει κρυφές φωτό για να’ χει να δείχνει). Τη μουσική από τα ηχεία των βαφτισιών διαδέχονται οι δικές μας κιθάρες και μπουζούκια. Με όση φωνή μου έχει μείνει από τις φωνές και τα τσιγάρα (μέσα σε 1 βδομάδα πρέπει να κάπνισα όσο καπνίζω σε 2 χρόνια), τραγουδάω και παίζω μαζί με τον nikosx, τον 2π, τον Τζίμη, το Λιάκο, τον πατέρα μου, το θείο μου και όλους τους άλλους. Ξεκινάμε με τα γενέθλια της Κούλας και της μικρής Αιμιλίας, της κόρης του γείτονα της Μ. Από τα βαφτίσια μας ζητάνε να παίξουμε το «Πιτσιρίκι» για τη μικρή. Πάμε με τα όργανα από πάνω της. Γάμος-2 γενέθλια-βαφτίσια. 4 σε 1.
Κατά τις 16:30 αρχίζουν να φεύγουν οι πρώτοι, αυτοί που θα αναχωρήσουν με το πρώτο πλοίο. Σιγά – σιγά φεύγουν και οι υπόλοιποι. Αγκαλιές, φιλιά, συγκίνηση, μάτια να λάμπουν. Βεβαιώνομαι πια ότι όλοι περάσανε τέλεια και φεύγουν με τις καλύτερες αναμνήσεις. Έρχεται και μένα η ώρα μου να κάνω τη βουτιά της χαλάρωσης στα νερά του Αποκοφτού. Σε λίγο θα φύγουμε με τη Μ. για το Βαθύ, όπου και επιτέλους θα κοιμηθούμε και θα ξυπνήσουμε με κεφάλι άδειο από έγνοιες.
Στο δρόμο μιλάμε με τη Μ. για όσους χάσανε το τριήμερο είτε δικαιολογημένα (Klu) είτε από αργοπορία στο λιμάνι (Ροδιά), για διάφορα σκηνικά που γίνανε το Σάββατο, για το μαγαζί...... η Μ. δείχνει πιο ήρεμη τώρα. Είχα ξεχάσει ότι μπορούμε να είμαστε πιο χαλαροί. Όλα αρχίζουν από εδώ.

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Οι οικογένειες με μικρά παιδιά πάντως πέρασαν πάρα πολύ καλά όλες τις μέρες - έστω κι αν δεν φαίνεται αυτό στο ποστ σου!
;^p
Ο χρήστης antonis_x είπε…
@astarte: Σ' ευχαριστώ
@mpampakis: Οι οικογένειες με μικρά παιδιά περνάνε πάντα καλά, κι αυτό φαίνεται στο blog σου! ;^p
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
...

Ξεκίνησα δύο σχόλια και έφτασα να γράφω πράγματα που δεν (περι)γράφονται. Πάμε πάλι:


Να είστε πάντα καλά, παίδες. Και να σας χαιρόμαστε πάντα έτσι.

Λιάκος

ΥΓ compay - από το compadre, αλλά και compañero.
ΥΥΓ astarte, γεια σου γειτόνισσα. Διάβαζα το μπλογκ σου και πάλευα να θυμηθώ πότε τα έγραψα εγώ όλα αυτά.
ΥΥΥΓ ακόμα 365 και μία στο Νησί.
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
...θα ήθελα και γω με τη σειρά μου να πω οτι περάσαμε ένα εκπληκτικό τριήμερο στη Σίφνο. Θα το θυμόμαστε για πολύ καιρο...

Αντώνη και Μαρία, για μία ακόμη φορά σας εύχομαι να ζήσετε! Να είστε πάντα ευτυχισμένοι και πολύ αγαπημένοι!

ΥΓ:..και καλούς απογόνους, ε;
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Την ώρα του μυστηρίου -την ακριβή ώρα, όχι του προσκλητηρίου, την "ακριβή" ώρα, με την καλύτερη έννοια- η δικαιολογημένη και συγκινημένη Klu βγήκε στη βεράντα της με ένα ποτηράκι κρασί, να σας ευχηθεί πάνω από όλη την Αθήνα.
-Κάποιος πρέπει να πει και στην πόλη τις ευχές..
Είπε και έφυγε πετώντας,
για να σας δώσει φιλιά!


Όμορφη και ευτυχισμένη ζωή να έχετε!
Ανυπομονώ να σας δω, να σας ευχηθώ και από κοντά... :D
Ο χρήστης ΤΑ ΔΥΟ ΠΙ είπε…
Ζήσαμε μια μεγάλη συγκίνηση.
Φύγαμε σχεδόν κλαίγοντας.
Κάνοντας "Σιφν Σιφν..."

(PS : Πως το λεν, πως το λεν το μοντελό;)
Ο χρήστης antonis_x είπε…
@compay: ευχαριστώ για όλα και καλό κουράγιο στο νησί!
@eugenia: Να ζήσει η Θεσσαλία που βγάζει τέτοιες κοπέλες!
@klu: η μπουμπουνιέρα σου σε περιμένει.
@2π: το μικρό της όνομα είναι χαϊδευτικό "αγροτικού" ονόματος, το δε επίθετο είναι ίδιο με αυτό ενός μουσάτου τραγουδοποιού- σκιτσογράφου. Βοήθησα αρκετά.
Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Άντε να σας δούμε από κοντά να σας (ξανα)ευχηθούμε με ηρεμία απ' όλες τις πλευρές.

Να πάρετε και το CD με τις φωτογραφίες βρε αδελφέ... τσάμπα τράβαγα;

Και σημείωσε μια ευχαριστία για τους κουμπάρους και τον Αλέ.. που φρόντισε να ειδοποιήσει το παράρτημα χολαργού τη σωστή στιγμή ;-)

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σκηνές από έναν Αύγουστο

Αναμνηστικό installation στο λόμπυ του Νοσοκομείου Αττικόν: (στα βότσαλα γραμμένες οι ευχές για περαστικά) Ουσιαστικά, αυτό το καλοκαίρι δεν ξεκίνησε ποτέ. Έμεινε πίσω, λουσμένο στον ιδρώτα, να κοιτάει τις σανίδες του sup, τα ούζα και τους μεζέδες, τους μεσημεριανούς ύπνους και τα βραδινά "θέλω" να κάνουν παιχνίδι με άλλους. Ας είναι, όλα είναι στο πρόγραμμα και όλα είναι για σκοπό. .. ναι, άνοιξα το παλιό μαγαζάκι. Το facebook είναι σαν δημόσια υπηρεσία ή μάλλον σαν παλιό ξενοδοχείο τύπου Xenia: παλαιωμένο, γεμάτο γέρους που γκρινιάζουν και άλλους γέρους που μοστράρουν την προσωρινή ευμάρειά τους. Εδώ είναι προορισμός, δεν είναι impulse scrolling. Έρχεται μόνο όποιος θέλει. Χάζευα τα παλιά μου posts, πόσο ωραία και πόσο αφελής γραφή σε σχέση με ό,τι ακολούθησε. Ένιωσα όμορφα που τα ξαναδιάβαζα. Σαν να θυμόμουν συνταγές που μου είχαν πετύχει. Μετά από 13 χρόνια, η κόρη_x είναι 16 πια, η Μ. ακόμα εδώ είναι (;) κι εγώ καβατζώνω τα 50. Σε λίγες μέρες ξαναρχίζω γραφείο. Ο μόνος π...

What's another year?

Τον Μάνο Ξυδού...

. .τον είχα δει τελευταία φορά ανήμερα των Φώτων στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, στη Νέα Σμύρνη. Ήτανε τότε που έπαιζε με τον Κατσιμίχα στο Γυάλινο, πιο πάνω στη Συγγρού. Σκέφτηκα, παλιός Αγιοαναργυριώτης ήταν, θα'θελε να βρει καμιά εκκλησία να του θυμίζει την παλιά γειτονιά του. Τυλιγμένος στο παλτό του, χωρίς να μιλάει, χωρίς να του δίνει σημασία κανείς, πήγε στη βρύση, πήρε τον αγιασμό του και έφυγε, μάλλον για τον πρώτο καφέ της ημέρας. Μιλάμε για τον Μάνο Ξυδού, που πριν από τους Πυξ Λαξ, είχε κάνει τους Dreamer & The Full Moon (το Sadrina θα λέει κάτι στους παλιότερους, με την εισαγωγή του ακκορντεόν), ήτανε και στέλεχος στην ΕΜΙ (έχω μία κασσέτα στο πατρικό μου, συλλογή Best των Whitesnake, δική του επιμέλεια). Και κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο μόνος από τους Πυξ Λαξ που ήταν κομματάκι πιο σοβαρός. Άντε στο καλό ρε μάγκα...