Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

και καλά, Χριστούγεννα #2

Στο διήγημα «Ο Μανωλάκης γυρεύει το Θεό», του Στρατή Μυριβήλη, ο ομώνυμος Μανωλάκης είναι ένας πιτσιρίκος, του οποίου η μάνα πεθαίνει παραμονή Πρωτοχρονιάς από το κρύο και την πείνα. Λίγο μετά ο Μανωλάκης, έχοντας γυρίσει την πόλη για να βρει κανένα φτηνό γραφείο κηδειών, καταρρέει έξω από ένα κοσμικό κέντρο, παγωμένος. Από κει βρίσκεται σε έναν άλλον «Παράδεισο», αυτόν των λεφτάδων και των ισχυρών, όπου τον υποδέχεται αντί για τον Άγιο Πέτρο, ένας χοντρός τραπεζίτης, όπου του δείχνει τα ενδότερα:

- Και ο Θεός τους; Πού είναι ο Θεός τους; Ρωτά ο Μανωλάκης με αγωνία. Θέλω να δω τον Θεό τους!
- Κοίτα δεξιά κάτω, στη μέση της πλατείας. Βλέπεις; Εκεί που είναι ο αψηλός θρόνος με το κόκκινο βελούδο. Αυτός που ευλογά με το χέρι του.
- Ω, αυτός δεν είναι ο Θεός μου! λεει ο Μανωλάκης. Αυτός δεν είναι Χριστός! Τον ξέρω γω το Χριστό!
- Α! Και πώς είναι αυτός που λες;
- Αυτός είναι χλωμός, έχει λυπημένα μάτια και στο κεφάλι φορά ένα στεφάνι από τρικοκκιές! Αυτός είναι ο πατέρας μου! Η μανούλα είχε το κόνισμά του στο κονοστάσι!
- Δεν ξέρω για ποιον μιλάς μικρέ μου, λεει ο χοντρός. Όμως αυτός εδώ είναι ο Θεός της γης, κι αυτόν προσκυνάει όλος ο καλός κόσμος. Τ’ όνομά του δεν είναι αυτό που είπες. Ο δικός μας ονομάζεται Μαμωνάς! Κοίτα τον. Δεν είναι έξοχος;
Ο Μανωλάκης έβλεπε με φρίκη πάνω στο βελουδένιο θρόνο ένα πελώριο πλάσμα σε σχήμα ανθρώπου, όμως με έκφραση θεριού. Είχε φουσκωτά κατακόκκινα χείλη, έτρωγε αδιάκοπα μεγάλα κομμάτια κρέατα κ’ έπινε κόκκινο κρασί σε πελώρια ποτήρια. Κάπου – κάπου άπλωνε το μαλλιαρό του χέρι κ’ ευλογούσε τους «δικαίους».
- Ο Χριστός είναι άλλο! αναστέναξε ο Μανωλάκης. Εκείνος είναι ωραίος! Οι άγγελοι του τραγουδάνε το αλληλούια και το Άγιο Πνεύμα πετά πάνω από τα μαλλιά του! Το ξέρεις το Άγιο Πνεύμα; Είναι ένα περιστέρι ολόασπρο, όλο φως…
- Α, στάσου! είπε ο χοντρούλης σα να θυμήθηκε. Μια φορά ήρθε κατά λάθος κ’ εδώ ένα περιστέρι. Τρύπωσε μέσα και άρχισε να φτεροκοπάει γύρω στο θρόνο του Μαμωνά. Τότες σηκώθηκαν οι δίκαιοι του παραδείσου, οργάνωσαν ένα «τιρ ω πιζόν» και το ντουφέκισαν. Ο Μαμωνάς κατόπι τόκανε μεζελίκι στη σχάρα του.
- Το σκότωσαν; λεει χλωμός ο Μανωλάκης.
- Βέβαια! Όσο για τ’ άλλα που λες, έχουμε κ’ εμείς εδώ αγγέλους που τραγουδάνε το «αλληλούιỨστο Θεό των δικαίων. Ορίστε, κοίτα στην πίστα, δεξιά απ’ το θρόνο.
Το παιδί κοίταξε και είδε μιαν ορχήστρα που την αποτελούσαν όλο γυναίκες. Όμως σαν κοίταξε καλά, πρόσεξε πως δεν ήταν γυναίκες, μόνο ήτανε νέοι που έκαναν καμώματα γυναικεία. Είχαν τα νύχια βουτηγμένα στην πορφύρα, τα χείλη και τα μάτια τους βαμμένα. Και το ντύσιμό τους ήταν μόνο ένα μικρό γυναικείο φόρεμα.
Ο Μαμωνάς έγνεψε και η ορχήστρα άρχισε να παίζει έναν χορευτικό σκοπό.
- Ααα – λελούγια! Ααα – λελούγια!
Τότες από τα τραπέζια σηκώθηκαν κομψοί καβαλιέροι και ωραίες κυρίες κι άρχισαν να χορεύουν με λάγνα κουνήματα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Σκηνές από έναν Αύγουστο

Αναμνηστικό installation στο λόμπυ του Νοσοκομείου Αττικόν: (στα βότσαλα γραμμένες οι ευχές για περαστικά) Ουσιαστικά, αυτό το καλοκαίρι δεν ξεκίνησε ποτέ. Έμεινε πίσω, λουσμένο στον ιδρώτα, να κοιτάει τις σανίδες του sup, τα ούζα και τους μεζέδες, τους μεσημεριανούς ύπνους και τα βραδινά "θέλω" να κάνουν παιχνίδι με άλλους. Ας είναι, όλα είναι στο πρόγραμμα και όλα είναι για σκοπό. .. ναι, άνοιξα το παλιό μαγαζάκι. Το facebook είναι σαν δημόσια υπηρεσία ή μάλλον σαν παλιό ξενοδοχείο τύπου Xenia: παλαιωμένο, γεμάτο γέρους που γκρινιάζουν και άλλους γέρους που μοστράρουν την προσωρινή ευμάρειά τους. Εδώ είναι προορισμός, δεν είναι impulse scrolling. Έρχεται μόνο όποιος θέλει. Χάζευα τα παλιά μου posts, πόσο ωραία και πόσο αφελής γραφή σε σχέση με ό,τι ακολούθησε. Ένιωσα όμορφα που τα ξαναδιάβαζα. Σαν να θυμόμουν συνταγές που μου είχαν πετύχει. Μετά από 13 χρόνια, η κόρη_x είναι 16 πια, η Μ. ακόμα εδώ είναι (;) κι εγώ καβατζώνω τα 50. Σε λίγες μέρες ξαναρχίζω γραφείο. Ο μόνος π...

What's another year?

Τον Μάνο Ξυδού...

. .τον είχα δει τελευταία φορά ανήμερα των Φώτων στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, στη Νέα Σμύρνη. Ήτανε τότε που έπαιζε με τον Κατσιμίχα στο Γυάλινο, πιο πάνω στη Συγγρού. Σκέφτηκα, παλιός Αγιοαναργυριώτης ήταν, θα'θελε να βρει καμιά εκκλησία να του θυμίζει την παλιά γειτονιά του. Τυλιγμένος στο παλτό του, χωρίς να μιλάει, χωρίς να του δίνει σημασία κανείς, πήγε στη βρύση, πήρε τον αγιασμό του και έφυγε, μάλλον για τον πρώτο καφέ της ημέρας. Μιλάμε για τον Μάνο Ξυδού, που πριν από τους Πυξ Λαξ, είχε κάνει τους Dreamer & The Full Moon (το Sadrina θα λέει κάτι στους παλιότερους, με την εισαγωγή του ακκορντεόν), ήτανε και στέλεχος στην ΕΜΙ (έχω μία κασσέτα στο πατρικό μου, συλλογή Best των Whitesnake, δική του επιμέλεια). Και κατά πάσα πιθανότητα ήταν ο μόνος από τους Πυξ Λαξ που ήταν κομματάκι πιο σοβαρός. Άντε στο καλό ρε μάγκα...