Στο διήγημα «Ο Μανωλάκης γυρεύει το Θεό», του Στρατή Μυριβήλη, ο ομώνυμος Μανωλάκης είναι ένας πιτσιρίκος, του οποίου η μάνα πεθαίνει παραμονή Πρωτοχρονιάς από το κρύο και την πείνα. Λίγο μετά ο Μανωλάκης, έχοντας γυρίσει την πόλη για να βρει κανένα φτηνό γραφείο κηδειών, καταρρέει έξω από ένα κοσμικό κέντρο, παγωμένος. Από κει βρίσκεται σε έναν άλλον «Παράδεισο», αυτόν των λεφτάδων και των ισχυρών, όπου τον υποδέχεται αντί για τον Άγιο Πέτρο, ένας χοντρός τραπεζίτης, όπου του δείχνει τα ενδότερα:
- Και ο Θεός τους; Πού είναι ο Θεός τους; Ρωτά ο Μανωλάκης με αγωνία. Θέλω να δω τον Θεό τους!
- Κοίτα δεξιά κάτω, στη μέση της πλατείας. Βλέπεις; Εκεί που είναι ο αψηλός θρόνος με το κόκκινο βελούδο. Αυτός που ευλογά με το χέρι του.
- Ω, αυτός δεν είναι ο Θεός μου! λεει ο Μανωλάκης. Αυτός δεν είναι Χριστός! Τον ξέρω γω το Χριστό!
- Α! Και πώς είναι αυτός που λες;
- Αυτός είναι χλωμός, έχει λυπημένα μάτια και στο κεφάλι φορά ένα στεφάνι από τρικοκκιές! Αυτός είναι ο πατέρας μου! Η μανούλα είχε το κόνισμά του στο κονοστάσι!
- Δεν ξέρω για ποιον μιλάς μικρέ μου, λεει ο χοντρός. Όμως αυτός εδώ είναι ο Θεός της γης, κι αυτόν προσκυνάει όλος ο καλός κόσμος. Τ’ όνομά του δεν είναι αυτό που είπες. Ο δικός μας ονομάζεται Μαμωνάς! Κοίτα τον. Δεν είναι έξοχος;
Ο Μανωλάκης έβλεπε με φρίκη πάνω στο βελουδένιο θρόνο ένα πελώριο πλάσμα σε σχήμα ανθρώπου, όμως με έκφραση θεριού. Είχε φουσκωτά κατακόκκινα χείλη, έτρωγε αδιάκοπα μεγάλα κομμάτια κρέατα κ’ έπινε κόκκινο κρασί σε πελώρια ποτήρια. Κάπου – κάπου άπλωνε το μαλλιαρό του χέρι κ’ ευλογούσε τους «δικαίους».
- Ο Χριστός είναι άλλο! αναστέναξε ο Μανωλάκης. Εκείνος είναι ωραίος! Οι άγγελοι του τραγουδάνε το αλληλούια και το Άγιο Πνεύμα πετά πάνω από τα μαλλιά του! Το ξέρεις το Άγιο Πνεύμα; Είναι ένα περιστέρι ολόασπρο, όλο φως…
- Α, στάσου! είπε ο χοντρούλης σα να θυμήθηκε. Μια φορά ήρθε κατά λάθος κ’ εδώ ένα περιστέρι. Τρύπωσε μέσα και άρχισε να φτεροκοπάει γύρω στο θρόνο του Μαμωνά. Τότες σηκώθηκαν οι δίκαιοι του παραδείσου, οργάνωσαν ένα «τιρ ω πιζόν» και το ντουφέκισαν. Ο Μαμωνάς κατόπι τόκανε μεζελίκι στη σχάρα του.
- Το σκότωσαν; λεει χλωμός ο Μανωλάκης.
- Βέβαια! Όσο για τ’ άλλα που λες, έχουμε κ’ εμείς εδώ αγγέλους που τραγουδάνε το «αλληλούιỨστο Θεό των δικαίων. Ορίστε, κοίτα στην πίστα, δεξιά απ’ το θρόνο.
Το παιδί κοίταξε και είδε μιαν ορχήστρα που την αποτελούσαν όλο γυναίκες. Όμως σαν κοίταξε καλά, πρόσεξε πως δεν ήταν γυναίκες, μόνο ήτανε νέοι που έκαναν καμώματα γυναικεία. Είχαν τα νύχια βουτηγμένα στην πορφύρα, τα χείλη και τα μάτια τους βαμμένα. Και το ντύσιμό τους ήταν μόνο ένα μικρό γυναικείο φόρεμα.
Ο Μαμωνάς έγνεψε και η ορχήστρα άρχισε να παίζει έναν χορευτικό σκοπό.
- Ααα – λελούγια! Ααα – λελούγια!
Τότες από τα τραπέζια σηκώθηκαν κομψοί καβαλιέροι και ωραίες κυρίες κι άρχισαν να χορεύουν με λάγνα κουνήματα.
- Και ο Θεός τους; Πού είναι ο Θεός τους; Ρωτά ο Μανωλάκης με αγωνία. Θέλω να δω τον Θεό τους!
- Κοίτα δεξιά κάτω, στη μέση της πλατείας. Βλέπεις; Εκεί που είναι ο αψηλός θρόνος με το κόκκινο βελούδο. Αυτός που ευλογά με το χέρι του.
- Ω, αυτός δεν είναι ο Θεός μου! λεει ο Μανωλάκης. Αυτός δεν είναι Χριστός! Τον ξέρω γω το Χριστό!
- Α! Και πώς είναι αυτός που λες;
- Αυτός είναι χλωμός, έχει λυπημένα μάτια και στο κεφάλι φορά ένα στεφάνι από τρικοκκιές! Αυτός είναι ο πατέρας μου! Η μανούλα είχε το κόνισμά του στο κονοστάσι!
- Δεν ξέρω για ποιον μιλάς μικρέ μου, λεει ο χοντρός. Όμως αυτός εδώ είναι ο Θεός της γης, κι αυτόν προσκυνάει όλος ο καλός κόσμος. Τ’ όνομά του δεν είναι αυτό που είπες. Ο δικός μας ονομάζεται Μαμωνάς! Κοίτα τον. Δεν είναι έξοχος;
Ο Μανωλάκης έβλεπε με φρίκη πάνω στο βελουδένιο θρόνο ένα πελώριο πλάσμα σε σχήμα ανθρώπου, όμως με έκφραση θεριού. Είχε φουσκωτά κατακόκκινα χείλη, έτρωγε αδιάκοπα μεγάλα κομμάτια κρέατα κ’ έπινε κόκκινο κρασί σε πελώρια ποτήρια. Κάπου – κάπου άπλωνε το μαλλιαρό του χέρι κ’ ευλογούσε τους «δικαίους».
- Ο Χριστός είναι άλλο! αναστέναξε ο Μανωλάκης. Εκείνος είναι ωραίος! Οι άγγελοι του τραγουδάνε το αλληλούια και το Άγιο Πνεύμα πετά πάνω από τα μαλλιά του! Το ξέρεις το Άγιο Πνεύμα; Είναι ένα περιστέρι ολόασπρο, όλο φως…
- Α, στάσου! είπε ο χοντρούλης σα να θυμήθηκε. Μια φορά ήρθε κατά λάθος κ’ εδώ ένα περιστέρι. Τρύπωσε μέσα και άρχισε να φτεροκοπάει γύρω στο θρόνο του Μαμωνά. Τότες σηκώθηκαν οι δίκαιοι του παραδείσου, οργάνωσαν ένα «τιρ ω πιζόν» και το ντουφέκισαν. Ο Μαμωνάς κατόπι τόκανε μεζελίκι στη σχάρα του.
- Το σκότωσαν; λεει χλωμός ο Μανωλάκης.
- Βέβαια! Όσο για τ’ άλλα που λες, έχουμε κ’ εμείς εδώ αγγέλους που τραγουδάνε το «αλληλούιỨστο Θεό των δικαίων. Ορίστε, κοίτα στην πίστα, δεξιά απ’ το θρόνο.
Το παιδί κοίταξε και είδε μιαν ορχήστρα που την αποτελούσαν όλο γυναίκες. Όμως σαν κοίταξε καλά, πρόσεξε πως δεν ήταν γυναίκες, μόνο ήτανε νέοι που έκαναν καμώματα γυναικεία. Είχαν τα νύχια βουτηγμένα στην πορφύρα, τα χείλη και τα μάτια τους βαμμένα. Και το ντύσιμό τους ήταν μόνο ένα μικρό γυναικείο φόρεμα.
Ο Μαμωνάς έγνεψε και η ορχήστρα άρχισε να παίζει έναν χορευτικό σκοπό.
- Ααα – λελούγια! Ααα – λελούγια!
Τότες από τα τραπέζια σηκώθηκαν κομψοί καβαλιέροι και ωραίες κυρίες κι άρχισαν να χορεύουν με λάγνα κουνήματα.
Σχόλια