...ή αλλιώς η τιμή της χαμένης Αριστεράς (και όχι η χαμένη τιμή της Αριστεράς, όπως συνήθως λέγεται και ακούγεται).
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: χθες είχα κατέβει στο γνωστό κουτούκι του Χολαργού (εδώ οι ίδιοι δεν χρειάζεται να κάνουν διαφήμιση, θα κάτσω να τους κάνω εγώ;), όπου συνάντησα την Κλεοπάτρα μετά του πατρέα της (τρελή αναφορά σε Ν. Εξαρχίδη).
Καθώς μιλούσαμε για δουλειές με τον Απόστολο και για την έκθεση του Greenaway στο Ελληνοβρετανικό με την Κλέρη, έρχεται μία παρέα 6-7 ατόμων (Μ.Ο. ηλικίας 50κάτι) με ένα μπουζούκι. Στο καπάκι αρχίζει ο μπουζουκτσής να παίζει, και μάλιστα σε τρελές ταχύτητες.
Όπου ο Απόστολος αρχίζει να ψιλοστραβώνει, καθώς είναι γνωστή η τρελή αγάπη του για τα λαϊκά («μπολονέικα» κατά την Αιγιωτική διάλεκτον) και συν τοις άλλοις το να έχεις πιει τα Ντραμπούγια σου στο ροκόμπαρο και να’ χεις γίνει άρχοντας και να παίρνεις την κορούλα σου για φαΐ και να στην πέφτουν οι ρεμπέτες δεν είναι ό,τι καλύτερο για τον ψυχισμό σου. Η δε Κλέρη το ψιλοδιασκεδάζει: 70χρονος τυπάρας να χορεύει ζεϊμπεκιές με κατρούτσο στο κεφάλι, να κάνει κολπάκια με τις καρέκλες και να πατάει κυριολεκτικά στους ώμους των θαμώνων, ε αυτό δεν το βλέπεις και κάθε μέρα. Άσε τις αγριοφωνάρες του. Απ’ όσα είπε τα μισά έπιασα. Και όλοι οι υπόλοιποι καραφάλτσοι και εκτός χρόνου.
Απέναντι από μας κάθονταν κάτι φιλαράκια – μουσικοί από το «Μέσα Έξω». Όπου κάποια στιγμή σκάει κιθάρα. Την τσιμπάνε τα παιδιά, την ψυλλιάζομαι εγώ «να δεις που θα τη στείλουν πακέτο σε μένα». Μετά από 2 λεπτά, όντως μου την πασάρουν. Αρχίζουμε τα τζαμαρίσματα με τον μπουζουκτσή, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο μου πασάρει καρτούλα “Duo Greek Diamonds – Ζωντανή μουσική στο χώρο σας”. Το όλο σόου βαίνει καλώς, μέχρι και ο Απόστολος έχει αρχίσει να γουστάρει.
Τα ωραία (και η αναφορά στον τίτλο) ξεκινάνε από τη στιγμή που την κάνει ο Από. Στην παρέα των «λιωμένων» είναι και ένας περίπου 50ρης, προφανώς ο δογματικός της παρέας, εξίσου «λιωμένος» όπως κι οι υπόλοιποι. Όπου έχει πιάσει τον μπουζουκτσή «όχι, δεν το παίζεις καλά, πας πολύ γρήγορα, δείξε σεβασμό στο τραγούδι» και τέτοια. Κάποια στιγμή μετακομίζω με την κιθάρα δίπλα του. Από διπλανό τραπέζι σκάει παραγγελιά το «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» του Μπάτη. ΟΚ, το γουστάρω το άσμα, και αρχίζω να το λέω με την χαρακτηριστική και-καλά-βλάχικη προφορά του Μπάτη (ή μήπως ήταν ο Παγιουμτζής;). Όπου ο Δογματικός στραβώνει: «Μην τα γελοιοποιείς τα τραγούδια, οι καλλιτέχνες καταδικάζανε τα ναρκωτικά μέσα από αυτά, δεν τα εξυψώνανε», εγώ να του λέω «ρε μεγάλε, δεν έχεις ακούσει την ηχογράφηση, έτσι το λέει το κομμάτι», η Κλέρη να του λέει «γιατί τόση ανάλυση, το κομμάτι είναι ωραίο από μόνο του», τεσπα μια κατάσταση άλλα γι’ άλλα.
Όπου στα τελειώματα, να έχει αδειάσει το κουτούκι και να’χουμε μείνει (πλην των παιδιών του μαγαζιού) εγώ, η Κλέρη, 2 άτομα σε παρακεί τραπέζι και απ’ τους «λιωμένους» ο Δογματικός και ένας φίλος του. Όπου ο φίλος του θέλει να την κάνει και ο Δ. έχει όρεξη για κατήχηση. Ακολουθεί ο εξής διάλογος (όσα θυμάμαι):
Δογμ. (λιωμένος είπαμε): Θα σου πω ένα τραγούδι. (Παύση) Αλλά θα στο πω στ’ αυτί και δεν θα το ξαναπώ ποτέ.
Αντ.: ΟΚ (τον πλησιάζω)
Δ.: (παύση, με κοιτάζει με το αλλήθωρο βλέμμα του λιάρδα) Ήχος (παύση) πλάγιος δεύτερος...
Α: Ε, πες το.
Δ: Είσαι πολύ βιαστικός
Α: Πες το ρε.
Δ: Δε με λένε «ρε»
Α: Πείτε το, κύριε
Δ: Ούτε «κύριο» με λένε.
Α: (όσο πιο γλυκά και συγκαταβατικά μπορώ) Πες το.
Δ: (αρχίζει ένα κομμάτι άγνωστο, κάτι με χιόνια και βουνά που τελειώνει με τη φράση «εμπρός παιδιά, εμπρός παιδιά, να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά»).
Α: Ωραίο τραγούδι (έτσι είπε να λέμε ο γιατρός)
Από εδώ και πέρα ο Δ. αρχίζει ένα μονόλογο που ξεκινάει από τις ελληνικές ρίζες της μουσικής και να μην ακούμε τα Εγγλεζάκια, και σου μιλάω ειλικρινά, και οι Έλληνες έχουνε φτάσει μακρύτερα στη μουσική από όλους, και μην σκαλώσεις πουθενά στη ζωή σου, και προχώρα, και σου μιλάω ειλικρινά, και ποιος θα πει ότι ο Βαμβακάρης δεν ήταν ο Μότσαρτ της Ελλάδας, και εγώ ήμουνα ροκάς πριν 30 χρόνια, και έκανα παρέα με τον Νταλαράκο και το Σαββοπουλάκο, και αν το κατάλαβες αυτό, το κατάλαβες αυτό, και τον ακούγαμε τον Σαββόπουλο ως αντιστασιακό, και τώρα τί έγινε ο Σαββόπουλος, και όλοι την πάρτη τους κοιτάνε, και ήμασταν μέσα αριστερά, έξω αριστερά, πέρα αριστερά, δώθε αριστερά, και σου μιλάω ειλικρινά, και τώρα έχω χαθεί.... τέλος πάντων κάπως έτσι.
Όπου το «κερασάκι» είναι που γυρνάει στην Κλέρη και λέει «ωραίο το παλικάρι σου» και «κατάλαβα ότι το παλικάρι σου εσένα σκεφτότανε όταν έπαιζε» και «είδα που στράβωσες όταν έπιασε την κιθάρα, δεν πειράζει, τα ολογράμματά σας δεν συναντήθηκαν απόψε (!), αλλά να ξέρεις ότι είστε μαζί και να τον αφήνεις που και που να παίζει», η Κλέρη να σιγοντάρει «θα τα πούμε στο σπίτι» και «το ξέρω ότι με σκέφτεται», στο τέλος να ψιλοβάζει και τις φωνές σαν κανονική σύζυγος «άντε πάμε να φύγουμε».
Το γέλιο που ρίξαμε στο αμάξι δεν περιγράφεται. Έχω ξαναπετύχει «ερείπια», αλλά «ερείπιο» από πολιτικο-μουσική άποψη πρώτη φορά. Ρε τί υπάρχει εκεί έξω...
Λιάκο, ρε συ τσέκαρε τον κώδικα των ολογραμμάτων. Γιατί δεν συναντήθηκα χθες με την Κλέρη;
Αμαααν τί γίνεται στο Χολαργό.....
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι: χθες είχα κατέβει στο γνωστό κουτούκι του Χολαργού (εδώ οι ίδιοι δεν χρειάζεται να κάνουν διαφήμιση, θα κάτσω να τους κάνω εγώ;), όπου συνάντησα την Κλεοπάτρα μετά του πατρέα της (τρελή αναφορά σε Ν. Εξαρχίδη).
Καθώς μιλούσαμε για δουλειές με τον Απόστολο και για την έκθεση του Greenaway στο Ελληνοβρετανικό με την Κλέρη, έρχεται μία παρέα 6-7 ατόμων (Μ.Ο. ηλικίας 50κάτι) με ένα μπουζούκι. Στο καπάκι αρχίζει ο μπουζουκτσής να παίζει, και μάλιστα σε τρελές ταχύτητες.
Όπου ο Απόστολος αρχίζει να ψιλοστραβώνει, καθώς είναι γνωστή η τρελή αγάπη του για τα λαϊκά («μπολονέικα» κατά την Αιγιωτική διάλεκτον) και συν τοις άλλοις το να έχεις πιει τα Ντραμπούγια σου στο ροκόμπαρο και να’ χεις γίνει άρχοντας και να παίρνεις την κορούλα σου για φαΐ και να στην πέφτουν οι ρεμπέτες δεν είναι ό,τι καλύτερο για τον ψυχισμό σου. Η δε Κλέρη το ψιλοδιασκεδάζει: 70χρονος τυπάρας να χορεύει ζεϊμπεκιές με κατρούτσο στο κεφάλι, να κάνει κολπάκια με τις καρέκλες και να πατάει κυριολεκτικά στους ώμους των θαμώνων, ε αυτό δεν το βλέπεις και κάθε μέρα. Άσε τις αγριοφωνάρες του. Απ’ όσα είπε τα μισά έπιασα. Και όλοι οι υπόλοιποι καραφάλτσοι και εκτός χρόνου.
Απέναντι από μας κάθονταν κάτι φιλαράκια – μουσικοί από το «Μέσα Έξω». Όπου κάποια στιγμή σκάει κιθάρα. Την τσιμπάνε τα παιδιά, την ψυλλιάζομαι εγώ «να δεις που θα τη στείλουν πακέτο σε μένα». Μετά από 2 λεπτά, όντως μου την πασάρουν. Αρχίζουμε τα τζαμαρίσματα με τον μπουζουκτσή, ο οποίος σε ανύποπτο χρόνο μου πασάρει καρτούλα “Duo Greek Diamonds – Ζωντανή μουσική στο χώρο σας”. Το όλο σόου βαίνει καλώς, μέχρι και ο Απόστολος έχει αρχίσει να γουστάρει.
Τα ωραία (και η αναφορά στον τίτλο) ξεκινάνε από τη στιγμή που την κάνει ο Από. Στην παρέα των «λιωμένων» είναι και ένας περίπου 50ρης, προφανώς ο δογματικός της παρέας, εξίσου «λιωμένος» όπως κι οι υπόλοιποι. Όπου έχει πιάσει τον μπουζουκτσή «όχι, δεν το παίζεις καλά, πας πολύ γρήγορα, δείξε σεβασμό στο τραγούδι» και τέτοια. Κάποια στιγμή μετακομίζω με την κιθάρα δίπλα του. Από διπλανό τραπέζι σκάει παραγγελιά το «Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα» του Μπάτη. ΟΚ, το γουστάρω το άσμα, και αρχίζω να το λέω με την χαρακτηριστική και-καλά-βλάχικη προφορά του Μπάτη (ή μήπως ήταν ο Παγιουμτζής;). Όπου ο Δογματικός στραβώνει: «Μην τα γελοιοποιείς τα τραγούδια, οι καλλιτέχνες καταδικάζανε τα ναρκωτικά μέσα από αυτά, δεν τα εξυψώνανε», εγώ να του λέω «ρε μεγάλε, δεν έχεις ακούσει την ηχογράφηση, έτσι το λέει το κομμάτι», η Κλέρη να του λέει «γιατί τόση ανάλυση, το κομμάτι είναι ωραίο από μόνο του», τεσπα μια κατάσταση άλλα γι’ άλλα.
Όπου στα τελειώματα, να έχει αδειάσει το κουτούκι και να’χουμε μείνει (πλην των παιδιών του μαγαζιού) εγώ, η Κλέρη, 2 άτομα σε παρακεί τραπέζι και απ’ τους «λιωμένους» ο Δογματικός και ένας φίλος του. Όπου ο φίλος του θέλει να την κάνει και ο Δ. έχει όρεξη για κατήχηση. Ακολουθεί ο εξής διάλογος (όσα θυμάμαι):
Δογμ. (λιωμένος είπαμε): Θα σου πω ένα τραγούδι. (Παύση) Αλλά θα στο πω στ’ αυτί και δεν θα το ξαναπώ ποτέ.
Αντ.: ΟΚ (τον πλησιάζω)
Δ.: (παύση, με κοιτάζει με το αλλήθωρο βλέμμα του λιάρδα) Ήχος (παύση) πλάγιος δεύτερος...
Α: Ε, πες το.
Δ: Είσαι πολύ βιαστικός
Α: Πες το ρε.
Δ: Δε με λένε «ρε»
Α: Πείτε το, κύριε
Δ: Ούτε «κύριο» με λένε.
Α: (όσο πιο γλυκά και συγκαταβατικά μπορώ) Πες το.
Δ: (αρχίζει ένα κομμάτι άγνωστο, κάτι με χιόνια και βουνά που τελειώνει με τη φράση «εμπρός παιδιά, εμπρός παιδιά, να πάρουμε την Πόλη και την Αγιά Σοφιά»).
Α: Ωραίο τραγούδι (έτσι είπε να λέμε ο γιατρός)
Από εδώ και πέρα ο Δ. αρχίζει ένα μονόλογο που ξεκινάει από τις ελληνικές ρίζες της μουσικής και να μην ακούμε τα Εγγλεζάκια, και σου μιλάω ειλικρινά, και οι Έλληνες έχουνε φτάσει μακρύτερα στη μουσική από όλους, και μην σκαλώσεις πουθενά στη ζωή σου, και προχώρα, και σου μιλάω ειλικρινά, και ποιος θα πει ότι ο Βαμβακάρης δεν ήταν ο Μότσαρτ της Ελλάδας, και εγώ ήμουνα ροκάς πριν 30 χρόνια, και έκανα παρέα με τον Νταλαράκο και το Σαββοπουλάκο, και αν το κατάλαβες αυτό, το κατάλαβες αυτό, και τον ακούγαμε τον Σαββόπουλο ως αντιστασιακό, και τώρα τί έγινε ο Σαββόπουλος, και όλοι την πάρτη τους κοιτάνε, και ήμασταν μέσα αριστερά, έξω αριστερά, πέρα αριστερά, δώθε αριστερά, και σου μιλάω ειλικρινά, και τώρα έχω χαθεί.... τέλος πάντων κάπως έτσι.
Όπου το «κερασάκι» είναι που γυρνάει στην Κλέρη και λέει «ωραίο το παλικάρι σου» και «κατάλαβα ότι το παλικάρι σου εσένα σκεφτότανε όταν έπαιζε» και «είδα που στράβωσες όταν έπιασε την κιθάρα, δεν πειράζει, τα ολογράμματά σας δεν συναντήθηκαν απόψε (!), αλλά να ξέρεις ότι είστε μαζί και να τον αφήνεις που και που να παίζει», η Κλέρη να σιγοντάρει «θα τα πούμε στο σπίτι» και «το ξέρω ότι με σκέφτεται», στο τέλος να ψιλοβάζει και τις φωνές σαν κανονική σύζυγος «άντε πάμε να φύγουμε».
Το γέλιο που ρίξαμε στο αμάξι δεν περιγράφεται. Έχω ξαναπετύχει «ερείπια», αλλά «ερείπιο» από πολιτικο-μουσική άποψη πρώτη φορά. Ρε τί υπάρχει εκεί έξω...
Λιάκο, ρε συ τσέκαρε τον κώδικα των ολογραμμάτων. Γιατί δεν συναντήθηκα χθες με την Κλέρη;
Αμαααν τί γίνεται στο Χολαργό.....
Σχόλια